πολιτεία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πολιτεία¹
- po.liˈti.a
Where it comes from
πολιτεία < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική πολιτεία < αρχαία ελληνική πολιτεία
:* για τις διοικητικές υποδιαιρέσεις κράτους < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική state
noun πολιτεία · πολιτείες · πολιτείας · πολιτειών
- οι θεσμοί μιας χώρας που αυτή εποπτεύει ως η ενιαία έκφραση μιας οργανωμένης κοινότητας ανθρώπων
-
το έδαφος, οι κάτοικοι και η πολιτική εξουσία μαζί συνιστώντας τις τρεις κυριαρχίες
Similar: κράτος
- το καθένα από τα ομόσπονδα κράτη που συγκροτούν τις ΗΠΑ
- ο τρόπος που έζησε κάποιος τη ζωή του, ο τρόπος συμπεριφοράς αυτού του ατόμου, η διαγωγή του ο βίος και η πολιτεία του τάδε
Πολιτεία²
Where it comes from
Πολιτεία < πολιτεία
proper noun Πολιτεία
- έργο του Πλάτωνα το οποίο χωρίζεται σε 10 βιβλία, γράφτηκε μεταξύ 375 και 380 π.Χ. και πραγματεύεται κυρίως τα ιδανικά και μη πολιτεύματα, αλλά και τη δικαιοσύνη και την αθανασία της ανθρώπινης ψυχής.
In English
Talk about this word "πολιτεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πολιτεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "πολιτεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πολιτεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}