πολιτική
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πολιτική
Where it comes from
πολιτική < 1.: (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πολιτική, 2 έως 6: σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική politique < λατινική politica < αρχαία ελληνική πολιτική
noun πολιτική · πολιτικές · πολιτικής · πολιτικών
- η τέχνη διακυβέρνησης μιας κοινωνίας
- το σύνολο των δράσεων και των ιδεών που σχετίζονται με τα δημόσια πράγματα, τη διακυβέρνηση μιας πόλης, ενός κράτους
- συγκεκριμένος τρόπος δράσης, αντιμετώπισης προβλημάτων, υιοθέτηση συγκεκριμένης τακτικής απέναντι σε μία κατάσταση Η επιχείρηση έχει ως βασική της πολιτική την υιοθέτηση πρακτικών, που ενισχύουν την ασφάλεια των εργαζομένων στο χώρο εργασίας.
- ο τρόπος διακυβέρνησης ενός κράτους
- η επαγγελματική ενασχόληση με τα κοινά Πάρα πολλοί γιατροί και δικηγόροι ασχολούνται επαγγελματικά με την πολιτική.
- η δημόσια ζωή, οι δημόσιες υποθέσεις, τα κοινά
adjective πολιτική · πολιτικές · πολιτικής · πολιτικών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του πολιτικός
In English
Talk about this word "πολιτική." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE. Accessed 7 Nov. 2026. πολιτική. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE "πολιτική." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πολιτική},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE},
urldate = {2026-11-07}
}