πολυβόλο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πολυβόλο

  • po.liˈvo.lo

Sounds like πυροβόλο

Where it comes from

πολυβόλο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πολυβόλον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο από την ελληνιστική κοινή πολυβόλος.

noun πολυβόλο · πολυβόλα · πολυβόλου · πολυβόλων

  1. αυτόματο όπλο του πεζικού που έχει τη δυνατότητα να βάλλει κατά ριπάς, εκτοξεύοντας μεγάλο αριθμό βλημάτων σε λίγο χρόνο
  2. πυροβόλο όπλο που στηρίζεται σε βάση και ρίχνει πολλά βλήματα σε μικρό χρονικό διάστημα
  3. figuratively, μεταφορικά καθετί ή καθένας που ρίχνει κάτι ορμητικά ή ασταμάτητα
  4. colloquial, figuratively, μεταφορικά, καθομιλουμένη άτομο που μιλάει γρήγορα και ασταμάτητα ≈ συνώνυμα: πολυλογάς, ταχύγλωσσος, φαφλατάς

Similar: ταχυβόλο, οπλοπολυβόλο, μυδραλιοβόλο, μυδράλιο

Thesaurus

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πολυβόλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πολυβόλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF

Chicago

"πολυβόλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πολυβόλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}