πολυβόλο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πολυβόλο
- po.liˈvo.lo
Sounds like πυροβόλο
Where it comes from
πολυβόλο < (διαχρονικό δάνειο) καθαρεύουσα πολυβόλον < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο από την ελληνιστική κοινή πολυβόλος.
noun πολυβόλο · πολυβόλα · πολυβόλου · πολυβόλων
- αυτόματο όπλο του πεζικού που έχει τη δυνατότητα να βάλλει κατά ριπάς, εκτοξεύοντας μεγάλο αριθμό βλημάτων σε λίγο χρόνο
- πυροβόλο όπλο που στηρίζεται σε βάση και ρίχνει πολλά βλήματα σε μικρό χρονικό διάστημα
- καθετί ή καθένας που ρίχνει κάτι ορμητικά ή ασταμάτητα
- άτομο που μιλάει γρήγορα και ασταμάτητα ≈ συνώνυμα: πολυλογάς, ταχύγλωσσος, φαφλατάς
Similar: ταχυβόλο, οπλοπολυβόλο, μυδραλιοβόλο, μυδράλιο
Thesaurus
noun
Similar: ταχυβόλο, οπλοπολυβόλο, μυδραλιοβόλο, μυδράλιο
In English
- machine gun type of firearm
Talk about this word "πολυβόλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πολυβόλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF "πολυβόλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πολυβόλο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CE%BB%CF%85%CE%B2%CF%8C%CE%BB%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}