πορεία

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πορεία

Where it comes from

πορεία < αρχαία ελληνική πορεία < πορεύομαι (περνώ). Δείτε πόρος.

noun πορεία · πορείες · πορείας · πορειών

  1. το περπάτημα με τα πόδια για μια σχετικά μεγάλη απόσταση
  2. η κίνηση ενός οχήματος, σκάφους ή εναέριου μέσου προς μια κατεύθυνση
  3. figuratively, μεταφορικά η εξέλιξη μιας διαδικασίας ή γεγονότος ※ Αφετέρου, είναι η αποτύπωση της διανοητικής πορείας που οδήγησε τον Δημητράκο να απορρίψει τον μαρξισμό και να στραφεί προς τον φιλελευθερισμό καθώς, όπως συμπέρανε στην πορεία της μελέτης του, ο φιλόδοξος γκραμσιανός στόχος της ανανέωσης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε ανοιχτό σύστημα όπο
  4. σώμα ανθρώπων που διαδηλώνουν

    Similar: διαδήλωση

Similar: πόρεψη, ποριά

Thesaurus

noun

Similar: πόρεψη, ποριά

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πορεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πορεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"πορεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πορεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}