πορεία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πορεία
Where it comes from
πορεία < αρχαία ελληνική πορεία < πορεύομαι (περνώ). Δείτε πόρος.
noun πορεία · πορείες · πορείας · πορειών
- το περπάτημα με τα πόδια για μια σχετικά μεγάλη απόσταση
- η κίνηση ενός οχήματος, σκάφους ή εναέριου μέσου προς μια κατεύθυνση
- η εξέλιξη μιας διαδικασίας ή γεγονότος ※ Αφετέρου, είναι η αποτύπωση της διανοητικής πορείας που οδήγησε τον Δημητράκο να απορρίψει τον μαρξισμό και να στραφεί προς τον φιλελευθερισμό καθώς, όπως συμπέρανε στην πορεία της μελέτης του, ο φιλόδοξος γκραμσιανός στόχος της ανανέωσης του μαρξισμού και της μετατροπής του σε ανοιχτό σύστημα όπο
-
σώμα ανθρώπων που διαδηλώνουν
Similar: διαδήλωση
Thesaurus
In English
- heading direction
Talk about this word "πορεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πορεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1 "πορεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πορεία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%81%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}