διαδήλωση
Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
AI Nói đơn giản
Đang viết một lời giải thích ngắn…
Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.
διαδήλωση
- ði̯aˈði.lo.si
Nó đến từ đâu
διαδήλωση < διαδηλώ(νω) + -ση, μεταφραστικό δάνειο από τη γαλλική manifestation
danh từ διαδήλωση · διαδηλώσεις · διαδήλωσης · διαδηλώσεων
- δημόσια συγκέντρωση και πορεία πλήθους ατόμων με σκοπό τη διαμαρτυρία ή τη διατύπωση αιτημάτων ※ Διαδηλώσεις φοβεραὶ εἰς τὴν Ἑλλάδα ὅλην, / εἰς τὸν λαὸν οἱ ρήτορες μιλοῦν μὲ μαῦρα ροῦχα, / καὶ μόνον εἰς τῶν Ἀθηνῶν τὴν ἠρεμοῦσαν πόλιν / καμμία δὲν ἀκούεται ζητωκραυγὴ καὶ γιοῦχα. (Γεώργιος Σουρής, Της ημέρας, 1883)
- δημόσια έκφραση με έντονο και θορυβώδη τρόπο
- γνωμοδοτική αρμοδιότητα ελεγκτικού συνεδρίου που αφορά τη σύνταξη και υποβολή έκθεσης προς τη Βουλή των Ελλήνων για απολογισμό και ισολογισμό
Tương tự: κινητοποίηση, πορεία, συλλαλητήριο, πικετοφορία, διατράνωση, αντιδιαδήλωση, διατυμπάνιση, διαλάλημα, διαλάληση, διασάλπιση, σάλπισμα
Từ đồng nghĩa và trái nghĩa
danh từ
Tương tự: κινητοποίηση, πορεία, συλλαλητήριο, πικετοφορία, διατράνωση, αντιδιαδήλωση, διατυμπάνιση, διαλάλημα, διαλάληση, διασάλπιση, σάλπισμα
Bằng tiếng Anh
- demo a march or gathering to make a political protest
- demonstration public display of group opinion
- rally public gathering for a cause
Trò chuyện về từ này "διαδήλωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. διαδήλωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7 "διαδήλωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7.Trích dẫn
@misc{micwyn_2026,
title = {διαδήλωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B4%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}