ποτίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ποτίζω
- poˈti.zo
Where it comes from
ποτίζω < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ποτίζω
verb ποτίζω · πότιζα · ποτίσω · πότισα · ποτίζομαι · ποτίστηκα
- ρίχνω νερό στο χώμα όπου είναι φυτεμένα κάποια φυτά τώρα πού θα λείπω, θα μου ποτίζεις τα λουλούδια μου;
- δίνω νερό σε ζώα για να πιούν ※ Δεν θαρρείς πως όπου να 'ναι θα 'ρθουν οι βοσκοί της Αρκαδίας, να ποτίσουν τα κοπάδια τους; (Μ. Καραγάτσης Με τον Καραβέλη στον Όλυμπο (1935) [διήγημα])
- δίνω νερό ή κρασί σε κάποιον, π.χ. φιλοξενούμενο τόσο καιρό τους ταΐζαμε και τους ποτίζαμε και ποιο το ευχαριστώ;
- δίνω σε κάποιον κάτι επιβλαβές σε πότισα νερό, με πότισες φαρμάκι
- εμποτίζω ※ έφαγε η κάψα τα χωράφια τους κ' η αρμύρα πότισε τα σπίτια τους (Γιάννης Ρίτσος, ποίημα Ρωμιοσύνη)
- εμποτίζομαι, για υγρό που διεισδύει βαθιά σε ένα υλικό και σχηματίζει ένα ορατό σημάδι αν σου πέσει κρασί στο μάρμαρο, υπάρχει κίνδυνος να ποτίσει
- διαποτίζω
In English
- water to pour water into the soil surrounding (plants)
Talk about this word "ποτίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ποτίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ποτίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ποτίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CE%BF%CF%84%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}