πρίσμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρίσμα

  • ˈpɾi.zma

Where it comes from

πρίσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρῖσμα (αρχαία σημασία: πριονίδι ή τραύμα από πριόνι) < αρχαία ελληνική πρίω (=πριονίζω)

noun πρίσμα · πρίσματα · πρίσματος · πρισμάτων

  1. γεωμετρία πολύεδρο με παράλληλες δύο απέναντι πλευρές και τις υπόλοιπες πλευρές κάθετες σε αυτές τις δύο τα πρίσματα έχουν διάφορους αριθμούς εδρών, έχουν βάση, έδρες ή πλευρές, ακμές, έχουν όγκο και εμβαδόν.
  2. οπτική διαφανές αντικείμενο με επίπεδες πλευρές το οποίο εκτρέπει και αναλύει το φως
  3. figuratively, μεταφορικά τρόπος αντίληψης μιας κατάστασης από πολλές πλευρές, όπως οι έδρες ενός πρίσματος Όταν δεις τη Γεωμετρία του Ευκλείδη υπό το πρίσμα της επιστήμης καταλαβαίνεις τη συμβολή του στην εξέλιξη της θεμελίωσης των μαθηματικών.

    Similar: σκοπιά, οπτική γωνία

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρίσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

πρίσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"πρίσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρίσμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}