πρίσμα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρίσμα
- ˈpɾi.zma
Where it comes from
πρίσμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή πρῖσμα (αρχαία σημασία: πριονίδι ή τραύμα από πριόνι) < αρχαία ελληνική πρίω (=πριονίζω)
noun πρίσμα · πρίσματα · πρίσματος · πρισμάτων
- πολύεδρο με παράλληλες δύο απέναντι πλευρές και τις υπόλοιπες πλευρές κάθετες σε αυτές τις δύο τα πρίσματα έχουν διάφορους αριθμούς εδρών, έχουν βάση, έδρες ή πλευρές, ακμές, έχουν όγκο και εμβαδόν.
- διαφανές αντικείμενο με επίπεδες πλευρές το οποίο εκτρέπει και αναλύει το φως
-
τρόπος αντίληψης μιας κατάστασης από πολλές πλευρές, όπως οι έδρες ενός πρίσματος
Όταν δεις τη Γεωμετρία του Ευκλείδη υπό το πρίσμα της επιστήμης καταλαβαίνεις τη συμβολή του στην εξέλιξη της θεμελίωσης των μαθηματικών.
Similar: σκοπιά, οπτική γωνία
In English
- prism type of polyhedron
Talk about this word "πρίσμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. πρίσμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1 "πρίσμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρίσμα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}