σκοπιά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκοπιά¹

  • skoˈpça

Where it comes from

σκοπιά < αρχαία ελληνική σκοπιά < σκοπός < σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

noun σκοπιά · σκοπιές · σκοπιάς · σκοπιών

  1. η εποπτική θέση παρατήρησης, φύλαξης και φρούρησης μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρου
  2. ο σχετικός χώρος που στέκεται ο σκοπός, ο φρουρός
  3. η υπηρεσία του σκοπού, η φρούρηση
  4. figuratively, συνεκδοχικά ο σκοπός, ο φρουρός
  5. figuratively, μεταφορικά η οπτική γωνία, η φιλοσοφική, πολιτική κ.ά. πλευρά ή θέση απ’ την οποία κάποιος βλέπει και προσεγγίζει τα πράγματα ※ Ούτε μια φορά δεν άκουσα στο τραπέζι των Τζαβαραίων σχόλια περί του πώς κάποιος στην ΚΟΜΕΠ είχε συνθλίψει θεωρητικά το κύριο άρθρο του τελευταίου «Αγώνα» ή, αντίστροφα, πώς ο Πουλαντζάς είχε αποδομήσει από σκοπιά γκραμσιανή ή αλτουσεριανή, ή κι εγώ δεν ξέρω ποια άλλη, την τελευταία απόφαση του Κόμ

    Similar: οπτική γωνία, πλευρά, πρίσμα

Σκοπιά²

  • skoˈpça

Where it comes from

Σκοπιά < σκοπιά

proper noun Σκοπιά · Σκοπιές · Σκοπιάς · Σκοπιών

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκοπιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκοπιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC

Chicago

"σκοπιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκοπιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-06}
}