σκοπιά
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκοπιά¹
- skoˈpça
Where it comes from
σκοπιά < αρχαία ελληνική σκοπιά < σκοπός < σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < (από μετάθεση) *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)
noun σκοπιά · σκοπιές · σκοπιάς · σκοπιών
- η εποπτική θέση παρατήρησης, φύλαξης και φρούρησης μιας συγκεκριμένης περιοχής ή χώρου
- ο σχετικός χώρος που στέκεται ο σκοπός, ο φρουρός
- η υπηρεσία του σκοπού, η φρούρηση
- ο σκοπός, ο φρουρός
-
η οπτική γωνία, η φιλοσοφική, πολιτική κ.ά. πλευρά ή θέση απ’ την οποία κάποιος βλέπει και προσεγγίζει τα πράγματα
※ Ούτε μια φορά δεν άκουσα στο τραπέζι των Τζαβαραίων σχόλια περί του πώς κάποιος στην ΚΟΜΕΠ είχε συνθλίψει θεωρητικά το κύριο άρθρο του τελευταίου «Αγώνα» ή, αντίστροφα, πώς ο Πουλαντζάς είχε αποδομήσει από σκοπιά γκραμσιανή ή αλτουσεριανή, ή κι εγώ δεν ξέρω ποια άλλη, την τελευταία απόφαση του Κόμ
Similar: οπτική γωνία, πλευρά, πρίσμα
Σκοπιά²
- skoˈpça
Where it comes from
Σκοπιά < σκοπιά
proper noun Σκοπιά · Σκοπιές · Σκοπιάς · Σκοπιών
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
In English
- box small rectangular shelter
- watchtower observation tower
Talk about this word "σκοπιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC. Accessed 6 Nov. 2026. σκοπιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC "σκοπιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκοπιά},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%80%CE%B9%CE%AC},
urldate = {2026-11-06}
}