πριγκιπάτο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πριγκιπάτο

  • pɾiŋ.ɟiˈpa.to

Where it comes from

πριγκιπάτο < (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική πριγκιπᾶτον < ιταλική principato < λατινική prīncipātus < princeps < primus + apio

noun πριγκιπάτο · πριγκιπάτα · πριγκιπάτου · πριγκιπάτων

  1. μοναρχικό κράτος, που κυβερνάται από μονάρχη με τον τίτλο του πρίγκιπα ή της πριγκίπισσας ※ Το μικροσκοπικό πριγκιπάτο της Μεσογείου, που με την πρώτη ματιά δίνει την αίσθηση της τελειότητας, αντιπροσωπεύει σήμερα ένα αγαπημένο μέρος για μόνιμη κατοικία εφοπλιστών, διασημοτήτων, καλλιτεχνών και γαλαζοαίματων, οι οποίοι, εκτός από τον κοσμοπολίτικο αέρα, απολαμβάνουν παράλληλα και ένα ιδι

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"πριγκιπάτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πριγκιπάτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%BF

Chicago

"πριγκιπάτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πριγκιπάτο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%B9%CE%B3%CE%BA%CE%B9%CF%80%CE%AC%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}