προγενέστερος

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

προγενέστερος

  • pɾo.ʝeˈne.ste.ɾos

Where it comes from

προγενέστερος < αρχαία ελληνική προγενέστερος, συγκριτικός βαθμός του προγενής < πρό + γίγνομαι

adjective προγενέστερος · προγενέστερη · προγενέστερο · προγενέστερου · προγενέστερης

  1. που συνέβη ή υπήρξε πριν από κάτι άλλο, προηγουμένως ※ όταν το έθνος «περιφράχθηκε» μέσα στα κρατικά σύνορα, η εθνοτική/εθνική συμβίωση της προγενέστερης φάσης μετασχηματίστηκε σε γειτονία εθνικών κρατών (Σπυρίδων Πλουμίδης, Έδαφος και μνήμη στα Βαλκάνια: Ο "γεωργικός εθνικισμός" στην Ελλάδα και στη Βουλγαρία (1927-1946), εκδ. Πατάκης, 2013)

Similar: προηγούμενος, πρωτύτερος · Opposite: μεταγενέστερος, προ, γίνομαι

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"προγενέστερος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

προγενέστερος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"προγενέστερος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προγενέστερος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%AD%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}