προηγούμενος
Ελληνικά · 유의어·반의어
AI 쉬운 말로
짧은 설명을 쓰는 중…
아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.
προηγούμενος
- pɾo.iˈɣu.me.nos
어원
προηγούμενος < μετοχή ενεστώτα του παθητικού αποθετικού ρήματος προηγούμαι, αρχαία ελληνική προηγούμενος, μετοχή παθητικού ενεστώτα του ρήματος προηγέομαι / προηγοῦμαι
: για το ουσιαστικό < ουσιαστικοποιημένο αρσενικό της μετοχής
동사 προηγούμενος · προηγούμενη · προηγούμενο · προηγούμενου · προηγούμενης
-
που συνέβη ή υπήρξε ή έκανε κάτι πριν από κάποιον ή κάτι άλλο
ο προηγούμενος ομιλητής, τα προηγούμενα χρόνια, το προηγούμενο βιβλίο του
비슷한 말: προγενέστερος, πρωτύτερος
- που προηγείται, που βρίσκεται μπροστά από κάποιον ή κάτι άλλο
명사 προηγούμενος · προηγούμενη · προηγούμενο · προηγούμενου · προηγούμενης
- αυτός που προηγείται ο προηγούμενος να φύγει και να περάσει ο επόμενος
영어로
이 단어에 대해 이야기하기 "προηγούμενος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. προηγούμενος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82 "προηγούμενος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82.인용하기
@misc{micwyn_2026,
title = {προηγούμενος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%8D%CE%BC%CE%B5%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}