Μίκουιν

προλεταριάτο

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

προλεταριάτο

  • pɾo.le.ta.ɾiˈa.to

Από πού έρχεται

προλεταριάτο < (άμεσο δάνειο) ιταλική proletariato < γαλλική prolétariat < λατινική proletarius < proles (απόγονος)

ουσιαστικό προλεταριάτο · προλεταριάτα · προλεταριάτου · προλεταριάτων

  1. σύμφωνα με τη μαρξιστική θεωρία η τάξη των προλεταρίων, των μισθωτών εργατών, αυτών που ζουν μόνο από το μεροκάματό τους και δεν κατέχουν μέσα παραγωγής
  2. στην αρχαία Ρώμη η κατώτερη οικονομική τάξη, η τάξη των προλεταρίων, αυτών που δεν φορολογούνταν, διότι δεν είχαν εισοδήματα, και υπηρετούσαν την πατρίδα μέσω των απογόνων τους

Στα αγγλικά

  • proletariat lowest class of society; lower classes of society generally

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"προλεταριάτο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF. Accessed 8 Nov. 2026.

APA

προλεταριάτο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 8, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF

Chicago

"προλεταριάτο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 8, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {προλεταριάτο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CE%BB%CE%B5%CF%84%CE%B1%CF%81%CE%B9%CE%AC%CF%84%CE%BF},
  urldate = {2026-11-08}
}