προσβάλλω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προσβάλλω
- pɾoz'va.lo
Where it comes from
προσβάλλω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσβάλλω
:*(όροι ασθένειας και αμφισβήτησης) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική attaquer
:* (όρος λεκτικής επίθεσης) < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική offenser
verb προσβάλλω · προσέβαλλα · πρόσβαλα · προσέβαλα · προσβάλλομαι · προσβλήθηκα
- επιτίθεμαι (για ασθένειες ή μικροργανισμούς που τις προκαλούν)
- επιτίθεμαι λεκτικά σε κάποιον, τον εξυβρίζω ή τον υποτιμώ ή κάνω κάτι και τον θίγω οι χαρακτηρισμοί αυτοί με προσβάλλουν, θίγουν την τιμή και την αξιοπρέπειά μου
- αμφισβητώ τη νομιμότητα ή την εγκυρότητα
In English
Talk about this word "προσβάλλω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. προσβάλλω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89 "προσβάλλω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προσβάλλω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B2%CE%AC%CE%BB%CE%BB%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}