προσδιορίζω
Ελληνικά
AI In parole semplici
Sto scrivendo una breve spiegazione…
Scritto da un'IA di casa a partire dalla voce qui sotto, nella tua lingua. La fonte è la voce stessa.
προσδιορίζω
- pɾoz.ði.oˈɾi.zo
Da dove viene
προσδιορίζω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική προσδιορίζω. Συγχρονικά αναλύεται σε προσ- + δι- + ορίζω.
verbo προσδιορίζω · προσδιόρισε · προσδιορίζομαι · προσδιορίστηκε · προσδιορίσθηκε · προσδιορισμένος
- καθορίζω, ορίζω κάτι με ακρίβεια, χωρίς να αφήνω περιθώρια ασαφειών
- συμπληρώνω, καθορίζω ή διευκρινίζω κάποιον όρο μιας πρότασης ή ολόκληρη την πρόταση Στην πρόταση «είναι καλός άνθρωπος» το «καλός» είναι επίθετο και προσδιορίζει το ουσιαστικό «άνθρωπος», αποδίδοντάς του την μόνιμη ιδιότητα του καλού και συναφή χαρακτηριστικά. (επίθετο ως επιθετικός προσδιορισμός)
In inglese
Parla di questa parola "προσδιορίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. προσδιορίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "προσδιορίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cita
@misc{micwyn_2026,
title = {προσδιορίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83%CE%B4%CE%B9%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}