προφορικός
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
προφορικός
Where it comes from
προφορικός < (ελληνιστική κοινή) < αρχαία ελληνική προφέρω < φέρω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *bʰer- (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική oral)
adjective προφορικός · προφορική · προφορικό · προφορικού · προφορικής
-
που εκφέρεται με το στόμα, εκφωνώντας
Opposite: γραπτός, ενδιάθετος
-
προφορικά: εξετάσεις στις οποίες οι εξεταζόμενοι δεν εξετάζονται γραπτά, αλλά εκφωνούν με το στόμα τις απαντήσεις
Opposite: γραπτά
- που σχετίζεται με ή αφορά τον ανεπίσημο λόγο - την καθομιλουμένη
In English
Talk about this word "προφορικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. προφορικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82 "προφορικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {προφορικός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}