συνηθισμένος
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
συνηθισμένος
- si.ni.θiˈzme.nos
מאיפה זה בא
συνηθισμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος συνηθίζω
פועל συνηθισμένος · συνηθισμένη · συνηθισμένο · συνηθισμένου · συνηθισμένης
-
που τον έχουμε συνηθίσει, που δεν παρουσιάζει κάποια ιδιαιτερότητα ή πρωτοτυπία
Είναι ένας συνηθισμένος άνθρωπος με μια συνηθισμένη οικογένεια και ένα συνηθισμένο επάγγελμα.
דומה: κοινός, κοινότοπος, συνήθης · הפך: ασυνήθιστος, ιδιαίτερος
-
που έχει συνηθίσει κάτι και το αντέχει
είναι συνηθισμένος στη σκληρή δουλειά
דומה: μαθημένος · הפך: άμαθος, ασυνήθιστος
באנגלית
לדבר על המילה הזו "συνηθισμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. συνηθισμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "συνηθισμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {συνηθισμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%B7%CE%B8%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}