πρόνοια
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρόνοια
- ˈpɾo.ni.a
Where it comes from
πρόνοια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόνοια < πρόνους < πρό- + νοῦς
:* γενικά, για τη φροντίδα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική providence
noun πρόνοια · πρόνοιες · πρόνοιας · προνοιών
-
η φροντίδα που υπάρχει εκ των προτέρων για την κάλυψη αναγκών ή την αντιμετώπιση κινδύνων
Similar: μέριμνα · Opposite: απροβλεψία, απρονοησία
- η σύνεση
- η μέριμνα, ιδίως αυτή που εκδηλώνεται οργανωμένα και δημόσια, προς ανθρώπους που έχουν ανάγκη
- η έκταση γης που παραχωρούσε ο βυζαντινός αυτοκράτορας σε στρατιωτικούς ως ανταπόδοση στις υπηρεσίες τους
- οι πρόνοιες: η πρόβλεψη του νόμου, του Συντάγματος κ.λπ.
- οι όροι μιας συμφωνίας η εταιρεία είχε εκφράσει ενστάσεις για πρόνοιες που περιλαμβάνονταν στα κείμενα της συμφωνίας αγοραπωλησίας
In English
- welfare aid, provided by a government, etc.
- foresight ability to foresee or prepare wisely for the future
- providence careful guardianship exercised by a deity
- pronoia divine providence, foreknowledge, foresight — see also foreknowledge, providence
Talk about this word "πρόνοια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. πρόνοια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1 "πρόνοια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρόνοια},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}