πρόνοια

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

πρόνοια

  • ˈpɾo.ni.a

Where it comes from

πρόνοια < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική πρόνοια < πρόνους < πρό- + νοῦς

:* γενικά, για τη φροντίδα < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική providence

noun πρόνοια · πρόνοιες · πρόνοιας · προνοιών

  1. η φροντίδα που υπάρχει εκ των προτέρων για την κάλυψη αναγκών ή την αντιμετώπιση κινδύνων

    Similar: μέριμνα · Opposite: απροβλεψία, απρονοησία

  2. η σύνεση
  3. η μέριμνα, ιδίως αυτή που εκδηλώνεται οργανωμένα και δημόσια, προς ανθρώπους που έχουν ανάγκη
  4. ιστορία η έκταση γης που παραχωρούσε ο βυζαντινός αυτοκράτορας σε στρατιωτικούς ως ανταπόδοση στις υπηρεσίες τους
  5. Cypriot, plural, κυπριακά, στον πληθυντικό οι πρόνοιες: η πρόβλεψη του νόμου, του Συντάγματος κ.λπ.
  6. οι όροι μιας συμφωνίας η εταιρεία είχε εκφράσει ενστάσεις για πρόνοιες που περιλαμβάνονταν στα κείμενα της συμφωνίας αγοραπωλησίας

In English

  • welfare aid, provided by a government, etc.
  • foresight ability to foresee or prepare wisely for the future
  • providence careful guardianship exercised by a deity
  • pronoia divine providence, foreknowledge, foresight — see also foreknowledge, providence

Talk about this word

Cite this
MLA

"πρόνοια." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

πρόνοια. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1

Chicago

"πρόνοια." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {πρόνοια},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}