πρόσωπο
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πρόσωπο
- ˈpɾo.so.po
Where it comes from
πρόσωπο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική πρόσωπον < πρός + ὤψ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *h₃okʷ- / *h₃ekʷ-
noun πρόσωπο · πρόσωπα · προσώπου · πρόσωπου · προσώπων
- το μπροστινό μέρος του κεφαλιού Τα μάτια, η μύτη και το στόμα βρίσκονται στο πρόσωπο.
- άνθρωπος, άτομο ※ Το τραπέζι ήταν στρωμένο για δυο πρόσωπα. (⌘ Στρατής Τσίρκας, Ακυβέρνητες πολιτείες - Αριάγνη, [μυθιστόρημα], 1962)
- γραμματικός όρος που δείχνει ποιος ενεργεί για τα νέα ελληνικά: α΄ πρόσωπο (πρώτο πρόσωπο - εγώ, εμείς), β΄ πρόσωπο (δεύτερο πρόσωπο - εσύ, εσείς), γ΄ πρόσωπο (τρίτο πρόσωπο - αυτός, αυτή, αυτό, αυτοί, αυτές, αυτά)
- με άρθρο: «το πρόσωπο», ο σύντροφος ※ Για να μάθει το πρόσωπο, άρα και όλη η οικουμένη, τα σχετικά σας. Πως κάποιος νοιάζεται τα Φοιβάκια, όχι σαν τώρα με τον τοίχο τον ονλάιν, μα αφού σου το 'πα βρε κουτό. Που δεν σου το 'πα, αλλά σου το έστειλα καρδιά στο ταϊμλάιν. Εμότικον και κλάιν μάιν. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μετα
Thesaurus
In English
- face anatomy: front part of head
Talk about this word "πρόσωπο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026. πρόσωπο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF "πρόσωπο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πρόσωπο},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%81%CF%8C%CF%83%CF%89%CF%80%CE%BF},
urldate = {2026-11-07}
}