πόροι
Ελληνικά
AI Με απλά λόγια
Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…
Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.
πόροι¹
ουσιαστικό πόροι
- ονομαστική και κλητική πληθυντικού του πόρος
Πόροι²
- ˈpo.ɾi
Από πού έρχεται
Πόροι < → λείπει η ετυμολογία
κύριο όνομα Πόροι · Πόρων · Πόρους
- ονομασία οικισμών της Πιερίας
Στα αγγλικά
- resource something that one uses to achieve an objective
Συζήτησε αυτή τη λέξη "πόροι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. πόροι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CE%B9 "πόροι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CE%B9.Παραπομπή
@misc{micwyn_2026,
title = {πόροι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CE%BF%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}