πόρτα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
πόρτα¹
- ˈpoɾ.ta
Where it comes from
πόρτα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή πόρτα < λατινική porta (πύλη) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *per- (διαπερνώ = διά + περνώ)
noun πόρτα · πόρτες · πόρτας · πορτών
- κατασκευή, συνήθως ξύλινη ή μεταλλική, που προσαρμόζεται στην είσοδο κτιρίου, δωματίου ή ακάλυπτου περιφραγμένου χώρου, την οποία μπορεί κανείς να ανοίγει ή να κλείνει η πόρτα της κουζίνας
- η κατασκευή που προσαρμόζεται στην είσοδο οχήματος, ώστε να μπορεί κανείς να την ανοίγει ή να την κλείνει η πόρτα του αυτοκινήτου
- το προσωπικό που κάνει έλεγχο στην είσοδο κέντρου διασκεδάσεως και η αντίστοιχη θέση εργασίας
- το να υπάρχουν δύο τουλάχιστον πούλια σε μία θέση, ή ένα στην περίπτωση του «φεύγα» και του «γκιουλ»
noun πόρτα · πόρτες · πόρτας · πορτών
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του πόρτο
Πόρτα²
Where it comes from
Πόρτα < πόρτα < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Πόρτα
- η Υψηλή Πύλη ※ τὰ σύμφερα καὶ αἱ ὑποθέσεις τῆς Πόρτας καὶ τῆς Λεχίας (Εφημερίς, Παρασκευή, 3 Ιανουαρίου 1791)
Thesaurus
In English
Talk about this word "πόρτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. πόρτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1 "πόρτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {πόρτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%80%CF%8C%CF%81%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}