ράβδος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ράβδος¹
Where it comes from
ράβδος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥάβδος < προελληνική
noun ράβδος · ράβδοι · ράβδου · ράβδων · ράβδο · ράβδους
- μακρόστενο κυλινδρικό κομμάτι συμπαγούς και σχετικά άκαμπτου υλικού ※ 19ος/20ός αιώνας, ⌘ Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Η Φόνισσα, (1903) κεφάλαιο ΙΕ΄ @papadiamantis.org (ΙΕ στη Βικιθήκη)
- επίμηκες μηχανικό εξάρτημα (συνήθως μεταλλικό) που χαρακτηρίζεται από στιβαρότητα, αντοχή και τον απαραίτητο βαθμό ακαμψίας (ανάλογα με την περίπτωση)
- ποσότητα μετάλλου με μακρόστενο σχήμα και τυποποιημένο μέγεθος για εμπορεία ή αποθήκευση ληστές έκλεψαν 20 ράβδους χρυσού
-
μακρόστενο εξάρτημα, συχνά διακοσμημένο, σύμβολο της αρχιερωσύνης και διακριτικό του βαθμού εκκλησιαστικού αξιώματος
ποιμαντορική ράβδος
Similar: πατερίτσα
Ράβδος²
- ˈɾa.vðos
Where it comes from
Ράβδος < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ράβδος · Ράβδοι · Ράβδου · Ράβδων · Ράβδο · Ράβδους
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ράβδος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ράβδος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CF%82 "ράβδος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ράβδος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AC%CE%B2%CE%B4%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}