ρήγας

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρήγας¹

  • ˈɾi.ɣas

Where it comes from

ρήγας < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ρήγας

:* για το τραπουλόχαρτο < σημασιολογικό δάνειο από την ιταλική re

noun ρήγας · ρηγάδες · ρήγα · ρηγάδων

  1. feminine, noun, vulgar, ρήγισσα και ρήγαινα, λαϊκότροπο, ή ιδιωματικό ή στη γλώσσα των παραμυθιών ο βασιλιάς, ο ανώτατος άρχοντας ※ νάνι του ρήγα το παιδί, του βασιλιά τ' αγγόνι (παραδοσιακό νανούρισμα) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

    Similar: αυτοκράτορας, μονάρχης

  2. feminine, noun, χαρτοπαίγνιο, ντάμα ένα από τα τραπουλόχαρτα, το οποίο φέρει την εικόνα ενός βασιλιά ρήγας σπαθί

Ρήγας²

  • ˈɾi.ɣas

Where it comes from

Ρήγας < ρήγας

proper noun Ρήγας · Ρήγες · Ρήγα

  1. ανδρικό όνομα

proper noun Ρήγας · Ρήγα · Ρήγες · Ρήγηδες · Ρηγαίοι

  1. ανδρικό επώνυμο

In English

  • king a playing card with the image of a king in it

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρήγας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%B1%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ρήγας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%B1%CF%82

Chicago

"ρήγας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρήγας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%B3%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}