ρήξη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρήξη
- ˈɾi.ksi
Where it comes from
ρήξη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ῥῆξις < ῥηγ- + -σις > -ξις > -ξη
:* για τη σημασία «αντίθεση απόψεων» < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική rupture
noun ρήξη · ρήξεις · ρήξης · ρήξεων
-
η δημιουργία μιας ασυνέχειας, ενός ρήγματος
(ιατρική) ρήξη συνδέσμου
Similar: σπάσιμο
- η καταστροφή των δεσμών που ενώνουν ένα άτομο ή σύνολο με άλλα Επήλθε ρήξη στους κόλπους του κόμματος και όλοι περιμένουν την οριστική διάσπασή του.
- η ριζική αλλαγή συνηθειών Αποφάσισε να έρθει σε ρήξη με το παρελθόν του και να κάνει ιδεολογική στροφή 180 μοιρών.
Talk about this word "ρήξη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%BE%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. ρήξη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%BE%CE%B7 "ρήξη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%BE%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρήξη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%AE%CE%BE%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}