ρακλέτα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ρακλέτα
Where it comes from
ρακλέτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική raclette < racler < λατινικά rasus, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος rado < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *razd-
noun ρακλέτα · ρακλέτες · ρακλέτας · ρακλετών
- συσκευή κατασκευασμένη από καουτσούκ ή άλλο εύκαμπτο-μαλακό υλικό, που χρησιμοποιείται για τον καθαρισμό των τζαμιών / πατωμάτων ή λείων επιφανειών ※ Στη συνέχεια, μπορούν να σκουπίσουν τα τζάμια από πάνω προς τα κάτω με μία ρακλέτα και να χρησιμοποιήσουν ένα πανί για να τα στεγνώσουν (Simone Davies, Μοντεσσόρι στο σπίτι: Πώς να μεγαλώσετε ανεξάρτητα και υπεύθυνα παιδιά, Εκδ. Μεταίχμιο, 2020, σελ. 65 https://books.google.gr/books?id=p7IVEAAAQBA
Similar: ταυ, ταφ, δαπεδοκαθαριστής, τζαμοκαθαριστής
Thesaurus
noun
Similar: ταυ, ταφ, δαπεδοκαθαριστής, τζαμοκαθαριστής
In English
- squeegee short-handled tool with a blade for drying car windshields, windows, etc.
Talk about this word "ρακλέτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ρακλέτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1 "ρακλέτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ρακλέτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CE%B1%CE%BA%CE%BB%CE%AD%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}