ρυθμίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ρυθμίζω

  • ɾiθˈmi.zo

Where it comes from

ρυθμίζω < αρχαία ελληνική ῥυθμίζω < ῥυθμός

verb ρυθμίζω · ρύθμιζα · θα ρυθμίζω · να ρυθμίζω · ρυθμίζοντας

  1. τακτοποιώ κάτι, ώστε να λειτουργεί σωστά και εύρυθμα ※ Ο κανονισμός (ΕΟΚ) αριθ. 3118/93 του Συμβουλίου, της 25ης Οκτωβρίου 1993, θεσπίστηκε για να ρυθμίσει τις ενδομεταφορές (καμποτάζ), δηλαδή την παροχή υπηρεσιών οδικών εμπορευματικών μεταφορών εντός της επικράτειας κράτους μέλους από μεταφορέα που είναι εγκατεστημένος σε έτερο κράτος μέλος. (*)
  2. broadly, κατ’ επέκταση τακτοποιώ, κανονίζω, διακανονίζω, διευθετώ
  3. κανονίζω τον ρυθμό μιας πράξης ή ενέργειας

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ρυθμίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ρυθμίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ρυθμίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ρυθμίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%81%CF%85%CE%B8%CE%BC%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}