σάρκα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σάρκα¹
- ˈsaɾ.ka
Sounds like τσάρκα
Where it comes from
σάρκα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σάρκα < αρχαία ελληνική σάρξ από την αιτιατική «τὴν σάρκα»
noun σάρκα · σάρκες · σάρκας · σαρκών
- το μέρος του ανθρώπινου ή ζωϊκού σώματος που αποτελείται από μαλακούς ιστούς, σε αντίθεση με τα οστά ※ Ἄνωθεν τοῦ γόνατος ἡ καλτσοδέτα ἐκ λευκῆς δαντέλας περιενδύουσα τὸ ἐλαστικὸν συνεκράτει τὴν κάλτσαν καὶ πιέζουσα τὴν σάρκα τὴν ἀπώθει πρὸς τὸ γόνατον, τὸ ὁποῖον ἐφαίνετο παχύτερον καὶ στρογγυλώτερον. (Ν. Ι. Σπανδώνης, Η Αθήνα μας, έκδοσις πρώτη, τόμος δεύτερος, Αθήνα, εκδ. κατάστημα Γεωργίου Δ. Φέ
- η υλική υπόσταση του ανθρώπου, σε αντίθεση με το πνεύμα (ειδικότερα) το γενετήσιο ένστικτο
- το μαλακό και βρώσιμο μέρος των φρούτων, σε αντίθεση με το κουκούτσι
Similar: κρέας
Σάρκα²
Where it comes from
Σάρκα < γενική ενικού του αρσενικού Σάρκας
proper noun Σάρκα · Σάρκας · Sarka
- γυναικείο επώνυμο
Thesaurus
noun
Similar: κρέας
In English
Talk about this word "σάρκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. σάρκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1 "σάρκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σάρκα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%AC%CF%81%CE%BA%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}