σαλόνι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σαλόνι
- saˈlo.ni
Where it comes from
σαλόνι < (άμεσο δάνειο) ιταλική salone < sala < φραγκική *sal < πρωτογερμανική *salą < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *sel- (καταφύγιο, κατοικία, χωριό)
:* για το φιλολογικό σαλόνι, τον χώρο επιβατών, και την τυπογραφία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική salon
noun σαλόνι · σαλόνια · σαλονιού · σαλονιών
-
δωμάτιο επιπλωμένο με καναπέδες και πολυθρόνες για την υποδοχή επισκεπτών
※ Η ξαφνική εμφάνιση της Σπυριδούλας μέσα στο πατρικό σαλόνι εκείνη την ώρα με αναστάτωσε. Ντυμένη με μια μακριά μαύρη τουαλέτα, ήτανε καθισμένη σταυροπόδι στον καναπέ των γονιών μου. (Λένα Κιτσοπούλου, Το μάτι του ψαριού, εκδ. Μεταίχμιο, 2015)
Similar: καθιστικό
- η επίπλωση αυτού του δωματίου
- χώρος επιβατών στο αυτοκίνητο
- χώρος συνάντησης διανοουμένων για συζήτηση φιλολογικό σαλόνι
- το αριστοκρατικό περιβάλλον συνήθισε στα σαλόνια και ξέχασε τη λαϊκή καταγωγή του.
- συνεχόμενες σελίδες εντύπου που φαίνονται σαν σύνολο και συνήθως περιέχουν μία ενιαία φωτογραφία
In English
- living room room in a private house
- salon large room
Talk about this word "σαλόνι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σαλόνι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9 "σαλόνι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σαλόνι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CE%BB%CF%8C%CE%BD%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}