σαρώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σαρώνω
Where it comes from
σαρώνω < μεσαιωνική ελληνική σαρώνω < (ελληνιστική κοινή) / σαρῶ < αρχαία ελληνική σαίρω < σάρον
verb σαρώνω · σάρωνα · σαρώσω · σάρωσα · σαρώνομαι · σαρωμένος
- σκουπίζω χρησιμοποιώντας ένα σάρωθρο (σκούπα) ※ Τὴν πρωινὴ αὐτὴ ὥρα τὰ παιδιὰ εἶχαν τὶς καθημερινὲς ἐργασίες. Ὁ μάγειρας φοροῦσε τὴν ποδιά του καὶ μαγείρευε· ἄλλα κοίταζαν τὴ φωτιά· ἄλλα σάρωναν τὸ χῶμα μὲ μεγάλες σκοῦπες ἀπὸ φρύγανα. (Ζαχαρίας Παπαντωνίου, Τα ψηλά βουνά, 1918)
- παρασέρνω τα πάντα στο πέρασμά μου καθώς κινούμαι με φοβερή ορμή, καταστρέφω ολοσχερώς κάτι ※ Και απ’ άκρη σ’ άκρη του κάμπου φυσά ο δρόλαπας αγριεμένος, χιλιόχρονα ρουπάκια ξεριζώνει, χτίρια γκρεμίζει, ξυλοκεράμιδα συνεπαίρνει, βίσαλα και λιθάρια σαρώνει (Ανδρέας Καρκαβίτσας, Παλιές Αγάπες, Η μάνα, 1900)
- έχω μια εντυπωσιακή επιτυχία, πχ σε διαγωνισμό
- ψάχνω ή πηγαίνω σε κάθε πιθανό σημείο
- ψηλαφώ έντυπο ή άλλο αντικείμενο δια φωτεινής ακτινοβολίας και το αναπαριστάνω ψηφιακά
In English
Talk about this word "σαρώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. σαρώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89 "σαρώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σαρώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B1%CF%81%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}