σε

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σε¹

Where it comes from

σε < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σέ < εἰσέ με αποβολή του αρχικού φωνήεντος < αρχαία ελληνική εἰς με προσθήκη <ε> από συμπροφορά με αντωνυμίες που άρχιζαν με [e]

:: π.χ. εἰς ἐμένα is eˈmena > iseˈmena > ise ˈmena με ανασυλλαβισμό Δείτε και αρχαία ελληνική εἰς

preposition σε

  1. με αιτιατική τόπο (στάση ή κατεύθυνση) είμαι στην Αθήνα
  2. με αιτιατική χρονικό διάστημα επιστρέφω σε δύο μέρες
  3. με αιτιατική τρόπο Βγήκε έξω στα κρυφά.
  4. με αιτιατική ποσότητα ή αριθμό κατά προσέγγιση Το εμπόρευμα είναι (γύρω) στα είκοσι κιλά.
  5. με αιτιατική αποτέλεσμα Το χαρτί σκίστηκε σε δύο κομμάτια.
  6. με αιτιατική αναφορά Είμαι πολύ κακός σε αυτό το μάθημα.
  7. με αιτιατική το έμμεσο αντικείμενο πολλών ρημάτων Το βραβείο απονεμήθηκε σε έναν νέο ποιητή.

pronoun σε

  1. αιτιατική του εσύ, μορφή του εσένα
  2. idiomatic, ιδιωματικό αντί του σου Να σε φτιάξω κάτι να φάς;

Σε²

Where it comes from

Σε < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Σε · Se

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

In English

  • on positioned at the upper surface of
  • in after (a period of time)
  • to in the direction of, and arriving at
  • into going inside

Talk about this word

Cite this
MLA

"σε." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σε. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5

Chicago

"σε." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σε},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5},
  urldate = {2026-11-06}
}