σεισμός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σεισμός

  • siˈzmos

Where it comes from

σεισμός < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σεισμός < σείω, σεισ- + -μός

noun σεισμός · σεισμοί · σεισμού · σεισμών · σεισμό · σεισμούς

  1. σεισμολογία δόνηση του εδάφους, η οποία οφείλεται στα κύματα που παράγονται, όταν εκλύεται ενέργεια από το σπάσιμο ή τη μετακίνηση των πετρωμάτων του φλοιού της Γης Οι κάτοικοι της πόλης βγήκαν αναστωμένοι από τα σπίτια τους, όταν σημειώθηκε ο ισχυρός σεισμός των 7,4 Ρίχτερ.

    Similar: εγκέλαδος

  2. figuratively, μεταφορικά μεγάλη αναταραχή ή αντίδραση Πολιτικός σεισμός ταράζει το κοινοβούλιο της χώρας.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σεισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σεισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"σεισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σεισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B5%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}