σημαία
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σημαία
- siˈme.a
Where it comes from
σημαία < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σημαία (στρατιωτικό λάβαρο) < αρχαία ελληνική σῆμα
noun σημαία · σημαίες · σημαίας · σημαιών
- κομμάτι ορθογώνιου υφάσματος, που με τα χρώματα και τα σχέδιά του αποτελεί σύμβολο κράτους, κόμματος, ομάδας κ.λπ. η γαλανόλευκη σημαία: η σημαία της Ελλάδας
- το σύμβολο (πρόσωπο ή μη) μιας προσπάθειας, μιας ομάδας, ενός χώρου Θα κάνομε την ισότητα και την δικαιοσύνη σημαία στον αγώνα μας!
- στα ταξί, μεταλλικό φωτεινό εξάρτημα που δείχνει στους πεζούς εάν το ταξί είναι ελεύθερο ή όχι πάγια χρέωση (σε αντιδιαστολή με την ταρίφα, την χρονοχρέωση, το επιπλέον κόστος, τα έξτρα• πλέον όχι μόνο για το ταξί)
- παράμετρος εντολής στη διεπαφή γραμμής εντολής που ενεργοποιεί μια διαφορετική συμπεριφορά της εντολής από την προκαθορισμένη (default) Στο DOS των windows η γραμμή εντολής: dir /od, έχει την εντολή: dir, που εμφανίζει τα περιεχόμενα του καταλόγου και την σημαία: /od, που ορίζει αυτά να παρουσιαστούν σε διάταξη (ordering) κατά ημερομηνία (date)
Thesaurus
In English
Talk about this word "σημαία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. σημαία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%B1 "σημαία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σημαία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}