σκάλα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκάλα¹

  • ˈska.la

Where it comes from

σκάλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκάλα < λατινική scala < scando < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skend- (πηδώ)

noun σκάλα · σκάλες · σκάλας

  1. κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
  2. figuratively, συνεκδοχικά κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
  3. μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
  4. ναυτικός όρος αποβάθρα, λιμάνι
  5. επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
  6. Cypriot, κυπριακά μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια
  7. η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))

Σκάλα²

  • ˈska.la

Where it comes from

Σκάλα < σκάλα (με την έννοια της αποβάθρας)

# Σκάλα < ιταλική Teatro alla Scala ή, απλά, la Scala

proper noun Σκάλα · Σκάλες · Σκάλας

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας
  2. Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1

Chicago

"σκάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκάλα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}