σκάλα
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκάλα¹
- ˈska.la
Where it comes from
σκάλα < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σκάλα < λατινική scala < scando < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *skend- (πηδώ)
noun σκάλα · σκάλες · σκάλας
- κλίμακα, μόνιμη πακτωμένη κατασκευή (σχετ. κλιμακοστάσιο), με βαθμίδες (σκαλοπάτια), για άνοδο και κάθοδο
- κλίμακα με κυλιόμενες βαθμίδες, για άνοδο και κάθοδο χωρίς κόπο (κυλιόμενη σκάλα)
- μεταφέρσιμη κατασκευή, ξύλινη ή μεταλλική, που είναι φορητή από άνθρωπο ή τοποθετημένη σε ειδικό (συνήθως πυροσβεστικό) όχημα, για να τοποθετείται όπου μας εξυπηρετεί, για άνοδο και για κάθοδο
- αποβάθρα, λιμάνι
- επίνειο : (η κοντινή πόλη που έχει λιμάνι)
- μονάδα μέτρησης που ισούται με 14.400 τετραγωνικά πόδια
- η μπαγκίνα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Σκάλα²
- ˈska.la
Where it comes from
Σκάλα < σκάλα (με την έννοια της αποβάθρας)
# Σκάλα < ιταλική Teatro alla Scala ή, απλά, la Scala
proper noun Σκάλα · Σκάλες · Σκάλας
- ονομασία οικισμών της Ελλάδας
- Σκάλα του Μιλάνο, διάσημη αίθουσα για όπερες
In English
Talk about this word "σκάλα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. σκάλα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1 "σκάλα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκάλα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}