σκαλίζω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκαλίζω
Where it comes from
σκαλίζω < ελληνιστική κοινή σκαλίζω < αρχαία ελληνική σκάλλω
verb σκαλίζω · σκάλιζα · θα σκαλίζω · να σκαλίζω · σκαλίζοντας · σκαλίζεις
- ανακατεύω την επιφάνεια του χώματος χρησιμοποιώντας, συνήθως, ειδικό εργαλείο
- ανακατεύω τα κάρβουνα ή τα ξύλα σε φωτιά σκαλίστε τη φωτιά από κάτω για δυναμώσει
-
ψαχουλεύω με το δάχτυλό μου στο εσωτερικό της μύτης
Similar: ψαρεύω
- ξύνω
- σκάβω ελαφριά με τα πόδια
-
ανακατεύω πράγματα ψάχνωντας για κάτι
Similar: ψαχουλεύω
-
περιεργάζομαι κάποιο αντικειμένο
κάποιος σκάλισε πάλι το φακό και δεν δουλεύει τώρα
Similar: πειράζω
- χαράζω στην επιφάνεια κάποιου υλικού, σχέδια ή γράμματα έχουν σκαλίσει πάνω στον δέντρο μια καρδιά και τα αρχικά τους
- ερευνώ κάποιο θέμα με πιο λεπτομερή τρόπο
In English
Talk about this word "σκαλίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. σκαλίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89 "σκαλίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκαλίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}