σκαλίζω

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκαλίζω

Where it comes from

σκαλίζω < ελληνιστική κοινή σκαλίζω < αρχαία ελληνική σκάλλω

verb σκαλίζω · σκάλιζα · θα σκαλίζω · να σκαλίζω · σκαλίζοντας · σκαλίζεις

  1. ανακατεύω την επιφάνεια του χώματος χρησιμοποιώντας, συνήθως, ειδικό εργαλείο
  2. especially, ειδικότερα ανακατεύω τα κάρβουνα ή τα ξύλα σε φωτιά σκαλίστε τη φωτιά από κάτω για δυναμώσει
  3. especially, ειδικότερα, για την ανθρώπινη μύτη ψαχουλεύω με το δάχτυλό μου στο εσωτερικό της μύτης

    Similar: ψαρεύω

  4. especially, ειδικότερα, για σπυρί ή πληγή ξύνω
  5. broadly, κατ’ επέκταση, για ζώα σκάβω ελαφριά με τα πόδια
  6. broadly, κατ’ επέκταση ανακατεύω πράγματα ψάχνωντας για κάτι

    Similar: ψαχουλεύω

  7. figuratively, μεταφορικά περιεργάζομαι κάποιο αντικειμένο κάποιος σκάλισε πάλι το φακό και δεν δουλεύει τώρα

    Similar: πειράζω

  8. χαράζω στην επιφάνεια κάποιου υλικού, σχέδια ή γράμματα έχουν σκαλίσει πάνω στον δέντρο μια καρδιά και τα αρχικά τους
  9. figuratively, μεταφορικά ερευνώ κάποιο θέμα με πιο λεπτομερή τρόπο

In English

  • rummage (intransitive) to search something which contains many items
  • delve to dig in the ground

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκαλίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκαλίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"σκαλίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκαλίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}