σκαρί

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκαρί

  • skaˈɾi

Where it comes from

σκαρί < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκαρί(ον) < σχαρίον < ελληνιστική κοινή ἐσχάριον, ἐσχαρεῖον (πλατφόρμα) υποκοριστικό του < αρχαία ελληνική ἐσχάρα

noun σκαρί · σκαριά · σκαριού · σκαριών

  1. ναυπηγικός όρος πλατφόρμα ναυπηγείου πάνω στην οποία κατασκευάζεται ή επισκευάζεται πλοίο
  2. ναυτικός όρος ο σκελετός πλοίου ※ Στὶς καλὲς χρονιὲς εἶχε καὶ μπρίκια, τρεχαντήρια, μπρατσέρες. Στὸν καιρὸ τῆς φτώχειας, ὁ κόσμος φχαριστιόταν μὲ τὰ ψαροκάικα. Εἴτανε κάτι ψιλοχάραγα σκαριά, ἀρματωμένα θαρρεῖς γιὰ τὴ μέρα τούτη, ποὺ καβαλούσαν τὸ κῦμα […]
  3. diminutive, figuratively, συνεκδοχικά, χαϊδευτικό καραβάκι, βαρκούλα, κ.λπ. ※ […] καινούργια σκαριά. Τἄβλεπες ἕνα - ἕνα νὰ ξεμυτίζουν ἀπὸ τὸ λιμάνι, μὲ τὸ πανί καργαρισμένο ἀπὸ τὸν ἄνεμο, καὶ νὰ πιάνουν τἀνοιχτά. Εἴτανε ψαροπούλες, παραγαδιάρικα, γαΐτες […]
  4. figuratively, μεταφορικά η σωματική διάπλαση ※ Οι εκδρομείς, προχωρημένης ηλικίας όλοι, αλλά ακόμα γερά σκαριά, όπως δείχνει και η απόφασή τους να σκαρφαλώσουν εκεί πάνω, έχουν σταθεί εδώ κι εκεί και κοιτούν γύρω τους τα ερείπια των πολυβολείων χωρίς να μιλούν.
  5. figuratively, μεταφορικά το ποιόν, ο χαρακτήρας ※ Τὸ ἔχει τὸ σκαρί μας, ναί· τὸ θέλ’ ἡ τύχη μας νὰ εἴμαστε πάντα μεγάλοι. Ὅπου κι’ ἂν γυρίσῃς σὲ στεριὲς καὶ θάλασσες, σὲ νότο καὶ βοριᾶ, σ’ ἀνατολὴ καὶ δύση, θὰ τὸ ἰδῇς γραμμένο. Καὶ γραμμένο ὄχι μὲ ἀνθρώπινο κοντύλι, ἀλλὰ μὲ τὸ ἴδιο χέρι, τὸ παντοδύναμο χέρι τοῦ Δημιουργοῦ. Εἴμαστε ἄντρες σοῦ λέω!

    Similar: στόφα

In English

  • stocks base for building a ship

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκαρί." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

σκαρί. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF

Chicago

"σκαρί." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκαρί},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%AF},
  urldate = {2026-11-06}
}