σκατά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκατά

  • skaˈta

Where it comes from

σκατά < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σκατά.

noun σκατά

  1. ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του σκατό ※ 1824 ⌘ Διονύσιος Σολωμός, Ἡ Πρωτοχρονιά, 3 (1-4)

adjective σκατά

  1. για πράγμα ευτελής, κακής ποιότητας, αηδιαστικός Λοιπόν, για να τελειώνουμε: πατάτες και κατσαρόλα= σκατά φαγητό. Αν χρησιμοποιείς αυτόν τον συνδιασμό και σου λένε ότι το φαγητό σου είναι ωραίο, σου λένε ψέματα. — 26. 7. 2021 www.phorum.com.gr, ανακτήθηκε στις 28. 12. 2025
  2. για πρόσωπο άχρηστος, πολύ κακός Σκατά διευθυντής είναι αυτός που δεν ξέρει τι γίνεται από κάτω του και δεν ελέγχει τους ομαδάρχες του και δεν εφαρμόζει τα προβλεπόμενα!!! — 12. 4. 2021 forum.4troxoi.gr, ανακτήθηκε στις 28. 12. 2025

Similar: για τον πούτσο, για τα μπάζα, χάλια

adverb σκατά

  1. offensive, vulgar, χυδαίο, υβριστικό χάλια, πολύ κακά Πώς πας; —Σκατά, ρε φίλε.

interjection σκατά!

  1. για μεγάλη δυσαρέσκεια ή αγανάκτηση
  2. για αμφισβήτηση των λεγομένων κάποιου Λέει ότι θα φύγει στο εξωτερικό —Σκατά!
  3. ως ευχή αποτροπής κακοτυχίας μεταξύ ηθοποιών θεάτρου πριν από παράσταση γιατί υπάρχει η αντίληψη ότι η φράση «καλή επιτυχία» φέρνει την κακοτυχία ≈ συνώνυμα: να σπάσεις το πόδι σου!

Thesaurus

In English

  • crap expression of worry, disgust
  • bollocks expressing anger, frustration
  • fuck expression of dismay or discontent
  • shit solid excretory product — see also feces, poop, stool, excrement, excretion, tur
  • bullshit card game
  • feces digested waste material discharged from the bowels
  • bugger slang: expressing annoyance
  • shite shit
  • the fuck vulgar: intensifier used after interrogative pronouns

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκατά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκατά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC

Chicago

"σκατά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκατά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}