σκατό
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
σκατό
- skaˈto
מאיפה זה בא
σκατό < μεσαιωνική ελληνική σκατόν < αρχαία ελληνική σκῶρ (γενική: του σκατός)
שם עצם σκατό · σκατά · σκατού · σκατών
-
κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ανθρώπου
דומה: περίττωμα
-
κοινή ονομασία του περιττώματος, του αποπατήματος ζώου
דומה: βουρβουλιά, καβαλίνα, κατσίπορδο, κοπριά, κουράδι, κουτσουλιά, μυγόχεσμα, ποντικοκούραδο, σβουνιά, ψυλλόχεσμα
- ως ουσιαστικοποιημένο επίθετο χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει άτομα νεαρής ηλικίας αυτό το παιδί είναι μια σταλιά σκατό και αντιμιλάει στους μεγάλους
באנגלית
לדבר על המילה הזו "σκατό." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C. Accessed 7 Nov. 2026. σκατό. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C "σκατό." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {σκατό},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B1%CF%84%CF%8C},
urldate = {2026-11-07}
}