σκελετός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σκελετός
- sce.leˈtos
Where it comes from
σκελετός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκελετός < αρχαία ελληνική σκέλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)kelh₁- (ξηραίνω, μαραίνω)
noun σκελετός · σκελετοί · σκελετά · σκελετού · σκελετών
- το σύνολο των οστών ενός οργανισμού, ιδιαίτερα όταν μετά το θάνατο έχουν αποσυντεθεί όλα τα μαλακά μόρια και έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα οστά βρέθηκε σε ανασκαφές ο σκελετός ενός δεινόσαυρου
- ένας πολύ αδύνατος άνθρωπος
- ο φέρων οργανισμός (από οπλισμένο σκυρόδεμα ή σίδερο ή άλλο υλικό) ενός κτηρίου ή άλλης κατασκευής, οποιοδήποτε υποσύστημα παρέχει εσωτερική υποστήριξη στα υπόλοιπα μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου
- το σχεδιάγραμμα με τις κύριες ιδέες και τη διάρθρωση ενός κειμένου ※ Ἔχομε κι' ὅλας ἐδῶ ἕνα πρῶτο σκελετό τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Μ. πού κοντά στό ψυχόδραμα θά βάλη στά σκαριά την κοινωνιομετρία, μελέτη τῶν εἰδικῶν φαινομένων πόὺ χαρακτηρίζουν καὶ διαμορφώνουν τὶς σχέσεις τῶν ἀτόμων μέσα στὴν ὁμάδα, μὲ βάση τὴν αὐθορμησία, καθὼς καὶ τὴ διερεύνηση τοῦ βαθμοῦ τῆς γνησιότη
In English
Talk about this word "σκελετός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σκελετός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82 "σκελετός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σκελετός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}