σκελετός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκελετός

  • sce.leˈtos

Where it comes from

σκελετός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή σκελετός < αρχαία ελληνική σκέλλω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(s)kelh₁- (ξηραίνω, μαραίνω)

noun σκελετός · σκελετοί · σκελετά · σκελετού · σκελετών

  1. ανατομία το σύνολο των οστών ενός οργανισμού, ιδιαίτερα όταν μετά το θάνατο έχουν αποσυντεθεί όλα τα μαλακά μόρια και έχουν παραμείνει στη θέση τους μόνο τα οστά βρέθηκε σε ανασκαφές ο σκελετός ενός δεινόσαυρου
  2. ένας πολύ αδύνατος άνθρωπος
  3. ο φέρων οργανισμός (από οπλισμένο σκυρόδεμα ή σίδερο ή άλλο υλικό) ενός κτηρίου ή άλλης κατασκευής, οποιοδήποτε υποσύστημα παρέχει εσωτερική υποστήριξη στα υπόλοιπα μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου
  4. το σχεδιάγραμμα με τις κύριες ιδέες και τη διάρθρωση ενός κειμένου ※ Ἔχομε κι' ὅλας ἐδῶ ἕνα πρῶτο σκελετό τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ Μ. πού κοντά στό ψυχόδραμα θά βάλη στά σκαριά την κοινωνιομετρία, μελέτη τῶν εἰδικῶν φαινομένων πόὺ χαρακτηρίζουν καὶ διαμορφώνουν τὶς σχέσεις τῶν ἀτόμων μέσα στὴν ὁμάδα, μὲ βάση τὴν αὐθορμησία, καθὼς καὶ τὴ διερεύνηση τοῦ βαθμοῦ τῆς γνησιότη

In English

  • carcass frame
  • body largest or most important part of anything (e.g. car bodywork) — see also bodywo
  • skeleton system that provides support to an organism
  • frame structural elements of a building or other constructed object
  • framework a basic conceptual structure

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκελετός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκελετός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"σκελετός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκελετός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}