σκεπτικός

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σκεπτικός

Where it comes from

σκεπτικός < ελληνιστική κοινή σκεπτικός < αρχαία ελληνική σκέπτομαι < πρωτοελληνική *sképťomai < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *skep-ye- < *speḱ- (βλέπω, παρατηρώ)

adjective σκεπτικός · σκεπτική · σκεπτικό · σκεπτικού · σκεπτικής

  1. formal, λόγιο που σκέφτεται, που προβληματίζεται Μου φαίνεσαι σκεπτικός. Τι σε προβληματίζει;

    Similar: στοχαστικός

  2. φιλοσοφία που έχει σχέση με τον σκεπτικισμό, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν
  3. ουσιαστικοποιημένο σκεπτικός: οπαδός του σκεπτικισμού
  4. ουσιαστικοποιημένο σκεπτικό: η διαδικασία σκέψης που οδηγεί στη λήψη μιας απόφασης, ό,τι την αιτιολογεί

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σκεπτικός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σκεπτικός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82

Chicago

"σκεπτικός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σκεπτικός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BA%CE%B5%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}