σλόγκαν

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σλόγκαν

Where it comes from

σλόγκαν < αγγλική slogan < σκωτικά γαελικά sluagh-ghairm (κραυγή μάχης) < παλαιά ιρλανδικά slúag, slóg (στρατός) < πρωτοκελτική *slougos (στράτευμα, στρατός) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *slowgʰo- (συνοδεία) + παλαιά ιρλανδικά gairm (κραυγή) < πρωτοκελτική *garman- / *garrman- (κραυγή) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ǵh₂r-smn- < *ǵh₂r- (κραυγάζω, φωνάζω)

noun σλόγκαν

  1. σύντομο διαφημιστικό μήνυμα εμπορικού ή πολιτικού περιεχομένου, διατυπωμένο με τέτοιο τρόπο που να το προσέχει ο δέκτης και να παραμένει στη μνήμη του ※ Τα τελευταία χρόνια εμφανίστηκε ένα καινούργιο σλόγκαν: «συναισθηματική απιστία». Θεωρείται ό,τι πιο προχωρημένο στο σύγχρονο λεξικό της απιστίας. Συνήθως χρησιμοποιείται για να υποδηλώσει πως η προδοσία δεν συνεπάγεται τη σεξουαλική επαφή, αλλά, μάλλον, μια ανάρμοστη συναισθηματική εγγύτητα η οπο

In English

  • slogan catchphrase associated with a product or service being advertised

Talk about this word

Cite this
MLA

"σλόγκαν." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σλόγκαν. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD

Chicago

"σλόγκαν." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σλόγκαν},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BA%CE%B1%CE%BD},
  urldate = {2026-11-07}
}