σμαράγδι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σμαράγδι
- zmaˈɾa.ɣði
Where it comes from
σμαράγδι < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή σμαράγδιον, υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική σμάραγδος
noun σμαράγδι · σμαράγδια · σμαραγδιού · σμαραγδιών
- είδος πολύτιμης πέτρας βαθυπράσινου χρώματος ※ ...χυνόταν μιά ἀκράτητη διακόσμηση χλιδῆς. Διαμάντια, ρουμπίνια, σμαράγδια, ζαφείρια, τοπάζια, ἀμέθυστοι, λάπις – λάζουλι, μαργαριτάρια, μαλαχίτες, μέσα σὲ ὄργιο χρυσοῦ, κρεμόνταν σὲ βαρύτατα περιδέραια πεταμένα το 'να πάνω στ' ἄλλο, ἁρμάθες σωστές παραμυθένιου πλούτου, κάτι σὰ διάκοσμος ξεχαλινωμ
In English
- emerald gemstone
Talk about this word "σμαράγδι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B4%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σμαράγδι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B4%CE%B9 "σμαράγδι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B4%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σμαράγδι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%AC%CE%B3%CE%B4%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}