σολομός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σολομός¹
- so.loˈmos
Where it comes from
σολομός < μεσαιωνική ελληνική *σολομός < λατινική salmo < κελτικής προέλευσης / γαλατική
noun σολομός · σολομοί · σολομού · σολομών · σολομό · σολομούς
- μεγαλόσωμο ανάδρομο ψάρι των ψυχρών υδάτων του Βόρειου Ημισφαιρίου με χαρακτηριστικές σκούρες κηλίδες, το οποίο γεννιέται στα γλυκά νερά, αναπτύσσεται στη θάλασσα και επιστρέφει στα ποτάμια για να αναπαραχθεί
- το ροδαλό, θρεπτικό και ιδιαίτερα γευστικό κρέας του συγκεκριμένου ψαριού, το οποίο καταναλώνεται νωπό, κατεψυγμένο, καπνιστό ή μαριναρισμένο
Σολομός²
- so.loˈmos
Where it comes from
Σολομός < σολομός
proper noun Σολομός · Σολομοί · Σολομού · Σολομών · Σολομό · Σολομούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
- salmon fish
Talk about this word "σολομός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. σολομός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%82 "σολομός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σολομός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}