σούφρα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σούφρα¹

Where it comes from

σούφρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική σούφρα < υστερολατινική *sup(p)la β μηχανικός εμπορικού ναυτικού (γονυκλισία) < λατινική supplicare, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος supplico (εκλιπαρώ, ικετεύω) < sub + plico (διπλώνω, κάμπτω) < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *pleḱ-

noun σούφρα · σούφρες · σούφρας

  1. πτυχή που έχει δημιουργηθεί από δίπλωμα ή ζάρωμα σε ύφασμα ή δέρμα

    Similar: σούρα, ζάρα, ρυτίδα

  2. vulgar, λαϊκότροπο ο πρωκτός και ειδικότερα το τμήμα που αποτελεί τον σφιγκτήρα, η κωλοτρυπίδα
  3. figuratively, vulgar, λαϊκότροπο, μεταφορικά η μεγάλη εύνοια της τύχης
  4. vulgar, λαϊκότροπο το κλέψιμο
  5. broadly, vulgar, λαϊκότροπο, κατ’ επέκταση το κλοπιμαίο

Σούφρα²

Where it comes from

Σούφρα < γενική ενικού του αρσενικού Σούφρας

proper noun Σούφρα · Σούφρας · Soufra

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"σούφρα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%81%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σούφρα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%81%CE%B1

Chicago

"σούφρα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%81%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σούφρα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CE%BF%CF%8D%CF%86%CF%81%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}