σπίτι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
σπίτι
- ˈspi.ti
Where it comes from
σπίτι ήδη από τον 5ο αιώνα < μεσαιωνική ελληνική σπίτιν < μεσαιωνική ελληνική ὁσπίτιν < ελληνιστική κοινή ὁσπίτιον < λατινική hospitium < hospes
noun σπίτι · σπίτια · σπιτιού · σπιτιών
- κτίριο που προορίζεται για ιδιωτική κατοίκηση ※ Τώρα όλα τα οικόπεδα και οι μάντρες είχαν γεμίσει σπίτια, και τα χωράφια είχαν γίνει δρόμοι, με πλατιά πεζοδρόμια. Ο κόσμος είχε πλουτίσει. Ένα μπακαλόπουλο, που μας έφερνε τα ψώνια στο σπίτι, είχε γίνει αφέντης και είχε χτίσει στον απάνω δρόμο ένα παλατάκι (Παύλος Νιρβάνας (1866-1937), Στο ξένο σ
- το κτίριο ή το διαμέρισμα που αποτελεί την κατοικία ενός ανθρώπου ή μιας οικογένειας
- το εσωτερικό μιας κατοικίας μαζί με την επίπλωση
- η οικογένεια, οι οικογενειακές σχέσεις
Similar: κατοικία, νοικοκυριό, οίκος
Thesaurus
noun
Similar: κατοικία, νοικοκυριό, οίκος
In English
Talk about this word "σπίτι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. σπίτι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9 "σπίτι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {σπίτι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%AF%CF%84%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}