σπηλιά

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

σπηλιά¹

  • spiˈʎa

Where it comes from

σπηλιά < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική σπήλ(αιον) += -ιά

noun σπηλιά · σπηλιές · σπηλιάς · σπηλιών

  1. μεγάλη κοιλότητα στο εσωτερικό βράχου που δημιουργήθηκε πιθανόν από διάβρωση ή άλλη φυσική αιτία ή από τον άνθρωπο και έχει έξοδο στην επιφάνεια της γης ※ η σταγονορροή κατά μήκος των ρηξιγενών ζωνών ήταν άμεση μέσα στη σπηλιά, όπως διαπιστώθηκε από επιτόπια παρατήρηση (Αδαμάντιος Α. Σαμψών, Η νεολιθική περίοδος στα Δωδεκάνησα, Εκδόσεις του ταμείου αρχαιολογικών χώρων και απαλλοτριώσεων, 1987, σελ. 175)

Similar: μπιστεριά, ιδιωματικό, σπήλαιο, τρώγλη

Σπηλιά²

  • spiˈʎa

Where it comes from

Σπηλιά < γενική ενικού του αρσενικού Σπηλιάς

proper noun Σπηλιά · Спилия · Spilia

  1. γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Σπηλιάς

proper noun Σπηλιά

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

Thesaurus

In English

  • cave large, naturally occurring cavity formed underground

Talk about this word

Cite this
MLA

"σπηλιά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

σπηλιά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC

Chicago

"σπηλιά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {σπηλιά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%80%CE%B7%CE%BB%CE%B9%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}