στάνη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στάνη
- ˈsta.ni
Where it comes from
στάνη < (κληρονομημένο) ελληνιστική κοινή *στάνη
:Σύμφωνα με τον Μπαμπινιώτη πιθανόν σλαβικής προέλευσης stan (κατοικία) ή (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική *στάνη < ελληνιστική κοινή βουστάνη (βουστάσιο) με απάλειψη του πρώτου μέρους της σύνθετης λέξης < αρχαία ελληνική ἵστημι
noun στάνη · στάνες · στάνης · στανών
- περιφραγμένος χώρος που χρησιμοποιείται για τη φύλαξη των κοπαδιών, κυρίως αιγοπροβάτων, το βράδυ ※ Ἐσταματοῦσε ἀπὸ χωριὸ σὲ χωριό, ἀπὸ χάνι σὲ χάνι, ἐμπρὸς εἰς τὶς καλύβες τῶν ἀγροτῶν καὶ τὴν στάνη τῶν ποιμένων, εἰς τὸ δάσος, πολλὲς φορὲς κοντὰ εἰς τὸν δρόμον καὶ μὲ τὸ μπουζούκι καὶ τὰ νευρόσπαστά του ἐκέρδιζε τὸ ψωμί του.
Similar: μαντρί
Thesaurus
noun
Similar: μαντρί
In English
Talk about this word "στάνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. στάνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B7 "στάνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στάνη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CE%BD%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}