στάχυ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στάχυ
- ˈsta.çi
Where it comes from
στάχυ < όψιμηελληνιστική κοινή στάχυον (ο πληθυντικός στάχυα στον Ησύχιο) < υποκοριστικό για την αρχαία ελληνική στάχυς
noun στάχυ
- το επάνω μέρος του βλαστού των δημητριακών που περιέχει τα σπέρματα ※ -Γαβ! γαβ! κλέπτης! φωνάζει άξαφνα ο Νέστωρ. Πού είναι ο κλέπτης; Είναι ένας ποντίκαρος φορτωμένος με εν στάχυ. Κατ’ αρχάς έτρεξε να κρυφθή καταφοβισμένος˙ αλλ’ άμα είδε, ότι δεν τον έφθανε ο φύλαξ, επήρε θάρρος. –Πού έκοψες αυτό το στάχυ; τον ερωτά με θυμό ο Νέστωρ. (Γεώργιος Βιζυηνός, Ο κλέπτης,
- ο βλαστός και το στάχυ μαζί ήταν ένα χωράφι με στάχυα
- η ταξιανθία στάχυς
In English
Talk about this word "στάχυ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%87%CF%85. Accessed 6 Nov. 2026. στάχυ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%87%CF%85 "στάχυ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%87%CF%85.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στάχυ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AC%CF%87%CF%85},
urldate = {2026-11-06}
}