στέγη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στέγη
- ˈste.ʝi
Where it comes from
στέγη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στέγη
noun στέγη · στέγες · στέγης · στεγών
-
η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.
Similar: σκεπή
- το σπίτι, η κατοικία
- η εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει Tο περιοδικό μας προσφέρει στέγη σε νέους λογοτέχνες.
- ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης Αυτή είναι η θεατρική στέγη του γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού.
In English
Talk about this word "στέγη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. στέγη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7 "στέγη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στέγη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}