στέγη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στέγη

  • ˈste.ʝi

Where it comes from

στέγη < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική στέγη

noun στέγη · στέγες · στέγης · στεγών

  1. αρχιτεκτονική η οριζόντια ή επικλινής επιφάνεια που καλύπτει κάποιο κτίσμα και μπορεί να αποτελείται από πλάκες, κεραμίδια, μπετόν κ.λπ.

    Similar: σκεπή

  2. figuratively, συνεκδοχικά το σπίτι, η κατοικία
  3. figuratively, μεταφορικά η εταιρεία ή ο οργανισμός που έχει ένα ορισμένο σκοπό να προωθήσει και να προστατεύσει Tο περιοδικό μας προσφέρει στέγη σε νέους λογοτέχνες.
  4. ο χώρος που παρέχεται για την εξυπηρέτηση μιας ορισμένης, επαγγελματικής συνήθως, ανάγκης Αυτή είναι η θεατρική στέγη του γνωστού σκηνοθέτη και ηθοποιού.

In English

  • roof the cover at the top of a building
  • shelter institution

Talk about this word

Cite this
MLA

"στέγη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στέγη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7

Chicago

"στέγη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στέγη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%B3%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}