στέμφυλο

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στέμφυλο

Where it comes from

στέμφυλο < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στέμφυλον

noun στέμφυλο · στέμφυλα · στέμφυλου · στέμφυλων

  1. plural normally, συνήθως στον πληθυντικό, τα στέμφυλα τα απομεινάρια από το πάτημα των σταφυλιών έπειτα από την αφαίρεση του μούστου ※ Με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας διεύθυνσης της κεντρικής υπηρεσίας του Γενικού Χημείου του Κράτους, μπορεί να χορηγηθεί στους πρωτοβάθμιους γεωργικούς συνεταιρισμούς δυσπρόσιτων ορεινών ή νησιωτικών κοινοτήτων της χώρας, άδεια κατασκευής και κατοχής ενός (1) ά

Similar: τσίπουρο, συνήθως τσίπουρα

Thesaurus

Talk about this word

Cite this
MLA

"στέμφυλο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

στέμφυλο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF

Chicago

"στέμφυλο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στέμφυλο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AD%CE%BC%CF%86%CF%85%CE%BB%CE%BF},
  urldate = {2026-11-07}
}