στήλη

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

στήλη

  • ˈsti.li

Where it comes from

στήλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στήλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης

:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pile ή colonne

noun στήλη · στήλες · στήλης · στηλών

  1. η μαρμάρινη ή μεταλλική πλάκα με χαραγμένη επιγραφή, αναρτημένη σε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο
  2. οτιδήποτε μοιάζει με στήλη

    Similar: στοίβα, σωρός

  3. το καθένα από τα κάθετα διαιρεμένα τμήματα μιας σελίδας
  4. broadly, κατ’ επέκταση το τμήμα εφημερίδας με συγκεκριμένο θέμα καθώς και τα κείμενα που δημοσιεύονται εκεί
  5. βάσεις δεδομένων η στήλη ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα δεδομένα της στήλης είναι του ιδίου τύπου και λαμβάνουν τιμές από συγκεκριμένο πεδίο ορισμού συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: γνώρισμα ή ιδιότητα (attribute)

In English

  • feature long, prominent article or item in the media
  • file chess: vertical line of squares
  • column upright supporting structure
  • stele archaeology: tall, slender stone monument

Talk about this word

Cite this
MLA

"στήλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

στήλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7

Chicago

"στήλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {στήλη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}