στήλη
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στήλη
- ˈsti.li
Where it comes from
στήλη < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική στήλη < πρωτοϊνδοευρωπαϊκής προέλευσης
:* για σύγχρονους όρους < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική pile ή colonne
noun στήλη · στήλες · στήλης · στηλών
- η μαρμάρινη ή μεταλλική πλάκα με χαραγμένη επιγραφή, αναρτημένη σε εξωτερικό ή εσωτερικό χώρο
- οτιδήποτε μοιάζει με στήλη
- το καθένα από τα κάθετα διαιρεμένα τμήματα μιας σελίδας
- το τμήμα εφημερίδας με συγκεκριμένο θέμα καθώς και τα κείμενα που δημοσιεύονται εκεί
- η στήλη ενός πίνακα στις σχεσιακές βάσεις δεδομένων. Τα δεδομένα της στήλης είναι του ιδίου τύπου και λαμβάνουν τιμές από συγκεκριμένο πεδίο ορισμού συνώνυμο στη θεωρία της επιστήμης των υπολογιστών: γνώρισμα ή ιδιότητα (attribute)
In English
Talk about this word "στήλη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. στήλη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7 "στήλη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στήλη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%AE%CE%BB%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}