στοίβα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
στοίβα
Where it comes from
στοίβα < στοιβάζω + -α (αναδρομικός σχηματισμός) < ελληνιστική κοινή στοιβάζω (σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική stack)
noun στοίβα · στοίβες · στοίβας · στοιβών
- σωρός όμοιων (ή και ανόμοιων) πραγμάτων ※ Σήκωσα το πάνω πάνω βιβλίο από την πρώτη στοίβα που βρήκα μπροστά μου και το ξεφύλλισα βιαστικά. (Απόστολος Δοξιάδης (1992) Ο θείος Πέτρος και η εικασία του Γκόλντμπαχ [μυθιστόρημα])
-
βασική δομή δεδομένων, όπου η τελευταία εισερχόμενη (last in) οντότητα, αφαιρείται πρώτη (first out).
συντομογραφία LIFO
Opposite: ουρά
adverb στοίβα · στοίβες · στοίβας · στοιβών
- σε σωρό
In English
Talk about this word "στοίβα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%B2%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026. στοίβα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%B2%CE%B1 "στοίβα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%B2%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {στοίβα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CF%83%CF%84%CE%BF%CE%AF%CE%B2%CE%B1},
urldate = {2026-11-06}
}